πληθύνω

πληθύνω
ΝΜΑ 1. πληθαίνω, πολλαπλασιάζω, αυξάνω κάτι ως προς τον αριθμό
2. (αμτβ.) αυξάνομαι, πολλαπλασιάζομαι (α. «οι στάνες να πληθύνουν» β. «ἐπλήθυνεν ὁ λαὸς καὶ ἴσχυε σφόδρα», ΠΔ)
3. μέσ. πληθύνομαι
αυξάνομαι (α. «πληθύνονται τα προβλήματα» β. «αύξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε» ΠΔ)
αρχ.
1. μέσ. καθιερώνω με πλειοψηφία, αποφασίζω
2. γραμμ. κλίνομαι στον πληθυντικό αριθμό
3. φρ. «τὸ δικαστήριον πληθυνέσθω» — ας συμπληρωθεί το δικαστήριο.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τ. τής μέσ. φωνής πληθύνομαι έχει πιθ. σχηματιστεί από το πλήθος κατά το μηκύνομαι, ενώ ο ενεργ. τ. πληθύνω είναι μτγν. (βλ. και πληθύς)].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • πληθυνῶ — πληθύνω increase fut ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πληθύνω — πληθύ̱νω , πληθύνω increase aor subj act 1st sg πληθύ̱νω , πληθύνω increase pres subj act 1st sg πληθύ̱νω , πληθύνω increase pres ind act 1st sg πληθύ̱νω , πληθύνω increase aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πληθύνω — βλ. πληθαίνω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • πεπληθυσμένα — πληθύνω increase perf part mp neut nom/voc/acc pl πεπληθυσμένᾱ , πληθύνω increase perf part mp fem nom/voc/acc dual πεπληθυσμένᾱ , πληθύνω increase perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πεπλήθυνται — πληθύνω increase perf ind mp 3rd sg πληθύνω increase perf ind mp 3rd pl (epic ionic) πληθύνω increase perf ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πεπληθυσμένον — πληθύνω increase perf part mp masc acc sg πληθύνω increase perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πεπληθυσμένων — πληθύνω increase perf part mp fem gen pl πληθύνω increase perf part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πληθυνεῖ — πληθύνω increase fut ind mid 2nd sg (attic epic doric ionic) πληθύνω increase fut ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πληθυνθέντα — πληθύνω increase aor part pass neut nom/voc/acc pl πληθύνω increase aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πληθυνοῦσι — πληθύνω increase fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric) πληθύνω increase fut ind act 3rd pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”